στη σημερινή συνέλευση αποφασίστηκε συμμετοχή στην αυριανή πορεία για το πολυτεχνείο η οποία αρχίζει στις 18:00 από την Δομπολη (παλιό πανεπιστήμιο)
=======================================================
Το Πολυτεχνείο δεν έχει μόνο τη δική του ιστορία. Έχει και τη δική του μνήμη, χάρη σε αυτούς που φρόντισαν για την κατασκευή της.
Μια μνήμης με αποσιωπήσεις, μισές αλήθειες ή και ψέματα -όπως τη σφυρηλατούν το σχολείο, τα μέσα ενημέρωσης, τα κόμματα. Πού βρίσκεται όμως το Πολυτεχνείο μέσα σε όλα αυτά;
Η Έρση είναι μαθήτρια της Β’ Λυκείου. Κάτι ο τρόπος της, όμως, κάτι οι απόψεις της, αν μιλάς μαζί της την περνάς στα σίγουρα για φοιτήτρια. Τις μέρες αυτές ετοιμάζεται για τη γιορτή του Πολυτεχνείου. Ετοιμάζεται τρόπος του λέγειν, βέβαια: τα συνεχή διαγωνίσματα σε σχολείο και φροντιστήριο δεν αφήνουν χρόνο για πολλές ετοιμασίες και ανησυχίες τέτοιου είδους. Τουλάχιστον, όμως, συντηρούν τη μνήμη και ως έναν βαθμό καλλιεργούν την ευαισθησία. Μου άρεσε έτσι που τις προάλλες, μέρες της γιορτής της 28ης Οκτωβρίου, είδα αναρτημένο στη σελίδα της Έρσης στο Facebook το «Ακορντεόν» του Λοϊζου: «κι έχει σα στάμπα τη ζωή μου σημαδέψει: ‘δε θα περάσει ο φασισμός’». Εκείνες τις μέρες μετρούσαμε μερικές ακόμα φασιστικές επιθέσεις εναντίον μεταναστών, και μου άρεσε που το μελοποιημένο «ΟΧΙ» της Έρσης - έστω συμβολικά, έστω εν αγνοία της - έπαιρνε θέση στο γεγονός.
Οι γιορτές, με τα τραγούδια τους και τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες τους, «συντηρούν», έστω και εν αγνοία μας, τη μνήμη. Σκαλίζοντας το χτες, επενεργούν στο σήμερα. Είμαστε, όμως, εμείς με τη συντήρηση σε στυλ «να μην ξεχνιόμαστε»;
Όχι:
γιατί γνωρίζουμε ότι η τελετουργία των επετείων φτιάχνει μια μνήμη στα μέτρα της (σωστότερα: στα μέτρα αυτών που ανταγωνίζονται για την κατασκευή της)· με αποσιωπήσεις, εκκούσεις παραλείψεις, μισές αλήθειες, ακόμα και ψέματα. Όχι: γιατί όσο κι αν αναγνωρίζουμε τη σημασία αυτών των τελετουργιών (ή, μάλλον, ακριβώς επειδή την αναγνωρίζουμε), δεν μπορούμε να αφήσουμε την υπόθεση της μνήμης και της γνώσης στις ετήσιες σχολικές γιορτές, στα τηλεοπτικά αφιερώματα, στα φωτογραφικά λευκώματα των εφημερίδων ή το τριήμερο φολκλόρ που στήνουν κάθε χρόνο στο Πολυτεχνείο ΚΚΕ και εξωκοινοβουλευτική Αριστερά.
Αν δεν επερωτήσουμε τα παραπάνω, αν τα αφήσουμε «ανενόχλητα» και συνηθίσουμε στην εύκολη νοσταλγία, η Έρση μοιραία θα προσπαθεί να βγάλει άκρη ανάμεσα σε κλισέ που, κάθε Νοέμβρη τέτοιες μέρες, έχουν και θα έχουν την τιμητική τους: «το Πολυτεχνείο ζει μες στις καρδιές μας», «το Πολυτεχνείο είναι σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ», «η γενιά του Πολυτεχνείου κατέστρεψε την Ελλάδα». Κάπως έτσι, το πιθανότερο θα είναι να μείνουν στην Έρση από την εξέγερση του Πολυτεχνείου μόνο τα καλύτερα τραγούδια του Θεοδωράκη, και μαζί ένα σύννεφο νεανικού ηρωισμού μακρινό: σαν το ‘73 να ήταν το 1940.
Είναι βολικό το Πολυτεχνείο «να ζει στις καρδιές μας»: σαν κατοικίδιο που χάσαμε πρόσφατα ή σαν από χρόνια νεκρός που ανασταίνεται στις 17 Νοέμβρη και μετά την καθιερωμένη πορεία επιστρέφει στον τάφο. Είναι ανέξοδο να μιλάμε κάθε χρόνο για την αιώνια επικαιρότητα του Πολυτεχνείου, εννοώντας ουσιαστικά ότι «η Ιστορία επαναλαμβάνεται» (και θα επαναληφθεί): έτσι, ούτε το γιατί της επικαιρότητας αυτής χρειάζεται να εξηγήσουμε συγκεκριμένα, ούτε κάτι ιδιαίτερο έχουμε να κάνουμε εμείς, αφού «η Ιστορία θα επαναληφθεί» έτσι κι αλλιώς, από μόνη της. Είναι εύκολο, τέλος, να λέμε πως η καταστροφή «της Ελλάδας» ήταν η γενιά που ταυτίστηκε με μια αντιδικτατορική εξέγερση: έτσι, ούτε για όσους δεν εξέγερθηκαν από κείνη τη γενιά χρειάζεται να πούμε τίποτα, ούτε σε όσους παραμένουν ως και σήμερα δίπλα σ’ αυτούς που αντιστέκονται να αναφερθούμε, ούτε και να πούμε τελικά ποιοι, πώς και με την ανοχή ποιων κατέστρεψαν την «Ελλάδα»·
η «σοφία» των καφενειακών καταστροφολόγων τα έχει λύσει όλα αυτά διά παντός, προσθέτοντας δυο-τρεις γνωστές φιγούρες της γενιάς του Πολυτεχνείου δίπλα στους πανταχού παρόντες «Αμερικάνους». Έτσι, απλά. Κι η ζωή ...τραβάει την ανηφόρα.
Δεν είμαστε με τίποτα από τα παραπάνω. Όσο κι αν είναι δύσκολο, είναι αναγκαίο το ’40 να είναι το ’40 (και όχι το 1821), το ’73 να είναι κι αυτό στη θέση του και το 2010 να είναι κατανοητό σαν αποτέλεσμα συμβάντων και διαδρομών που ξεκινάνε αποκεί, αλλά ποτέ δεν θα επαναληφθούν, μολονότι το «ίχνος» τους καθορίζει μέχρι σήμερα πώς γίνεται η πολιτική και πώς σκεφτόμαστε.
Ας το πω κι αλλιώς. Η Έρση δεν θα καταλάβει τι έγινε το 1967, τι απειλήθηκε το ’73 με το Πολυτεχνείο και τι κατέρρευσε το ’74, αν δεν πάρει υπ’όψιν της μια σειρά από πράγματα που πάνε πίσω στο χρόνο, καθορίζοντας δυνατότητες, κοινωνικές συμμαχίες, πολιτικά γεγονότα, τρόπους σκέψης δεκαετιών. Αν δεν πάρει υπ’ όψιν της, πιο συγκεκριμένα, τη νίκη της Δεξιάς στον Εμφύλιο στα τέλη του ’40, το αντικομμουνιστικό μετεμφυλιακό κράτος και τη σχέση του με τις ΗΠΑ, το ρόλο του στρατού και του παλατιού στην πολιτική ζωή της χώρας, τη σχέση όλων αυτών με την τότε ελληνική Δεξιά και τη διεθνή συγκυρία του Ψυχρού Πολέμου. Δεν θα καταλάβει τι και πώς έγινε, αν δεν πάρει υπ’όψιν της τις ακροδεξιές παρακρατικές οργανώσεις του ’60 και του ’70 και τη δολοφονία του Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη, τις ορμητικές διαδηλώσεις της εποχής, την Αποστασία, τα Ιουλιανά και τη δολοφονία του Πέτρουλα το ’65, την αμηχανία της Αριστεράς και την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας, της οποίας ηγήθηκε ο Παπαδόπουλος. Μιας δικτατορίας που δεν ήταν «φασισμός», όπως λεγόταν, αλλά ένα είδος κράτους έκτακτης ανάγκης που επιδίωξε να ξεπεράσει βίαια μια πολιτική κρίση, να τακτοποιήσει δηλαδή ταξικές υποθέσεις του κράτους, που τα κοινοβουλευτικά κόμματα αδυνατούσαν να φέρουν σε πέρας και η κοινωνία αποστρεφόταν.
Έκτακτη ανάγκη, πολιτική κρίση, ακροδεξιά. Υπάρχει κάτι από τα παραπάνω που σήμερα να μας είναι ξένο; Και υπάρχει κάτι από όλα αυτά που να βλέπει κανείς ίδιο με εκείνη την εποχή; Τι μπορεί να καταλάβει από τις συγκρίσεις του χτες με το σήμερα η Έρση, αν δεν πάρει υπ’ όψιν της μια σειρά από πράγματα που πάνε πίσω στο χρόνο, καθορίζοντας δυνατότητες, κοινωνικές συμμαχίες, πολιτικά γεγονότα, τρόπους σκέψης σημερινά; Αν δεν πάρει υπ’ όψιν της την κατάρρευση της Χούντας που επιτάχυνε -αλλά δεν προκάλεσε- το Πολυτεχνείο, τον πρωταγωνιστικό ρόλο Αριστεράς και Κεντροαριστεράς στην ειρηνική και την ένοπλη αντίσταση στο καθεστώς,
αλλά και την –επιεικώς- αμήχανη στάση των κομμάτων της απέναντι στην εξέγερση; Αν δεν ασχοληθεί σοβαρά με τον αέρα ελευθερίας που απελευθέρωσε η Μεταπολίτευση, βγάζοντας στον δρόμο πολλούς απ’ τους μέχρι τότε βολεμένους (ο Αναγνωστάκης είναι, εδώ, αποστομωτικός…)
και επιτρέποντας το «φαινόμενο ΠΑΣΟΚ» να διαβαστεί ως ειρηνική εκδίκηση του εαμικού μπλοκ για την ήττα του ‘49; Αν δεν πάρει υπ’όψιν το ρόλο των κομμάτων στον εκδημοκρατισμό της ελληνικής κοινωνίας μετά το ΄74 –κάτι μεταξύ απελευθέρωσης και ασφυκτικού εναγκαλισμού, που σήμερα πληρώνουν- ή τη μετάλλαξη του ΠΑΣΟΚ; Τι θα καταλάβει για το σήμερα αν δεν ρωτήσει για τις παλινωδίες της Αριστεράς από το 1989 (πρώτο δήθεν τέλος της Μεταπολίτευσης), αλλά και την αναβίωση της -μεταδικτατορικά απαξιωμένης- ακροδεξιάς στα ’90, βοηθούντων των ΜΜΕ και της Εκκλησίας; Τι θα καταλάβει για το σήμερα αν προσπεράσει τον «εκσυγχρονισμό» (δεύτερο δήθεν τέλος της Μεταπολίτευσης) και το ίχνος του στη σημερινή πολιτική και οικονομική κρίση; Αν δεν αναρωτηθεί πού οφείλεται η άνοδος του κρατικού αυταρχισμού κι αν δεν σταθεί στην
εξέγερση του 2008;
Διότι ναι, γίνονται εξεγέρσεις και σε καθεστώτα μη δικτατορικά (που αρνούνται εξίσου πεισματικά τον όρο ΄εξεγερμένοι΄ στους αντιπάλους τους), αυτό όμως είναι μια αλήθεια που η Έρση δεν μπορεί να τη μάθει στο σχολείο.Μπορεί η επετειακή γιορτή του σχολείου ή κάποιο αφιέρωμα της τηλεόρασης να εξηγήσουν τι σημαίνει το «να τελειώνουμε με τη Μεταπολίτευση», που ακούμε όλο και πιο συχνά από παντού εδώ και καιρό;
Μπορούν να δείξουν τη σχέση που έχει ο γύψος του δικτάτορα Παπαδόπουλου με τη φιλολογία περί «έκτακτης ανάγκης», που αναπαράγουν εδώ και δύο χρόνια δεξιοί και (πρώην) αριστεροί εν μέσω μιας σοβαρής πολιτικής κρίσης; Ποιος θα εξηγήσει στους πολλούς ότι ο επάρατος «λαϊκισμός» που τόσοι σήμερα ξορκίζουν, σημαίνει μεταξύ άλλων και «τέρμα στη δυνατότητα των πολλών να κάνουν πολιτική» -δυνατότητα που οφείλεται στο Πολυτεχνείο και τη Μεταπολίτευση; Γιατί τα μεγάλα κόμματα ανέχονται σήμερα τη μέχρι πρότινος απαξιωμένη ακροδεξιά και γιατί συχνά μιλούν με τα λόγια της;
Πώς ο εθνικισμός, αναγνωριστικό μεταξύ άλλων της Χούντας, εξιλεώθηκε για τις αθλιότητές του και σήμερα καλά κρατεί; Και γιατί όταν μιλάμε για το Πολυτεχνείο, θυμόμαστε μόνο τη Δαμανάκη, ενώ υπάρχουν και η Δαμόφλη, και ο Μαούνης και ο Κλαυδιανός;
Καιρός να συνοψίσουμε. Καθεμιά από τις 36 επετείους του Πολυτεχνείου που προηγήθηκαν, συνέβαλαν σε χρήσεις της ιστορίας της εξέγερσης και κατασκεύασαν ποικιλοτρόπως τη μνήμη εκατομμυρίων ανθρώπων: με παραλείψεις, μισές αλήθειες, ακόμα και ψέματα. Η απόσταση βοήθησε πολύ ώστε η μνήμη αυτή να τραυματιστεί πολλές φορές και να γίνει ακίνδυνη –όσο και το ετήσιο φολκλόρ υπερθέαμα που στήνει ένα μέρος της Αριστεράς στο Πολυτεχνείο.
Αν έχουμε έτσι ένα χρέος –πρωτίστως απέναντι στο σήμερα-, είναι να μην επιτρέψουμε στην επετειοποίηση να μας εθίσει περισσότερο στην ευκολία της. Να μην ενδώσουμε στη νοσταλγία και να μη διστάσουμε να θέσουμε τα ερωτήματα που αντιστοιχούν στον καιρό μας, ώστε να καταλάβουμε –και να βοηθήσουμε να κατανοηθεί- τι έγινε χτες και τι γίνεται σήμερα. Σε τελική ανάλυση, να σώσουμε την εξέγερση ως δυνατότητα: να τεθεί το «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» ως νικηφόρο οδόφραγμα στη σημερινή αναβίωση του αυταρχισμού. Νομίζω ότι, αν από κάπου κάναμε την αρχή, η Έρση θα συμφωνούσε.
από
http://rnbnet.gr