Φοιτητική Ανεξάρτητη Κίνηση - Πληροφορική Ιωαννίνων
24 Μάιος, 2012, 01:20:56 *
Καλώς ορίσατε, Επισκέπτης. Παρακαλούμε συνδεθείτε ή εγγραφείτε.
Χάσατε το email ενεργοποίησης;

Σύνδεση με όνομα, κωδικό και διάρκεια σύνδεσης
Νέα: Ύστερα από τεχνικά προβλήματα που αντιμετωπίσαμε είμαστε και πάλι online. Για τυχόν προβλήματα στείλτε ένα mail στο contact [at] fak-uoi.gr
 
   Αρχική   Βοήθεια Αναζήτηση Σύνδεση Εγγραφή  
Σελίδες: [1]   Κάτω
  Εκτύπωση  
Αποστολέας Θέμα: Μάθημα ζωής από εμπειρία θανάτου  (Αναγνώστηκε 632 φορές)
0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.
Obelix
Μέλος
*
Φύλο: Άντρας
Μηνύματα: 83



Προφίλ
« στις: 18 Δεκέμβριος, 2006, 17:11:02 »

Παραθέτω ένα κείμενο αρκετά "δυνατό" , αλλά πραγματικά διδακτικό πιστεύω.



 Κυνηγώντας το Φως της Ημερας (Chasing Daylight)
Τον Μάϊο του 2005, ο Αμερικανός μάνατζερ, Γιουτζίν Ο’Κέλι, διευθύνων σύμβουλος της ελεγκτικής εταιρείας KPMG στα ΗΠΑ, 53 ετών τότε, έμαθε από τους γιατρούς του ότι έχει καρκίνο στον εγκέφαλο, και ότι του μένουν «κάποιες εβδομάδες» για να ζήσει.

Όμως, στις τελευταίες 100 μέρες του, ο άνθρωπος αυτός έμαθε στ’ αλήθεια τι σημαίνει να ζεις, και πρόλαβε να γράψει ένα συγκλονιστικό βιβλίο για το πώς, τη στιγμή που ο Ήλιος δύει στη ζωή σου, εσύ μπορείς ακόμα να ζήσεις «κυνηγώντας το φως της ημέρας». Παραθέτω, σε δική μου, αυθαίρετη, μετάφραση από το βιβλίο «Chasing Daylight», μερικά αποσπάσματα:

«Ήμουν ευλογημένος. Μόλις έμαθα ότι έχω τρεις μήνες ζωής. Το ξέρω, εάν διαβάσετε ανάποδα τις δύο αυτές προτάσεις, θα πείτε ότι μάλλον θα αστειεύομαι. ΄Η ίσως, ότι είμαι τρελός. Ή ακόμα, ότι πιθανόν να έζησα μια μίζερη, άδεια ζωή, από την οποία το καλύτερο θα ήταν να ξεμπερδεύω μιαν ώρα αρχύτερα.

Σας διαβεβαιώνω, όμως, ότι δεν συνέβαινε αυτό. Αγαπούσα τη ζωή μου. Λάτρευα την οικογένειά μου. Απολάμβανα τη παρέα των φίλων μου. Αντλούσα ικανοποίηση από τη δουλειά μου. Και χαιρόμουν όσο δεν περιγράφεται τα ωραία παιχνίδια γκολφ που έπαιζα.

Κι όμως, η κατηγορηματική ετυμηγορία των γιατρών τον περασμένο Μάιο, ότι δεν θα είμαι παρών στην έναρξη της νέας και τελευταίας σχολικής χρονιάς της κόρης μου, της Τζίνας, τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, ήταν τελικά ένα μεγάλο δώρο για μένα. Ειλικρινά.

Διότι υποχρεώθηκα, για πρώτη φορά, να συλλογιστώ στα σοβαρά τον θάνατό μου. Που σημαίνει ότι υποχρεώθηκα, εκ των πραγμάτων, να σκεφτώ πιο βαθιά από ποτέ την ίδια μου τη ζωή. Όσο δυσάρεστο κι αν ήταν, πίεσα τον εαυτό μου να δεχτεί ότι βρισκόμουν στο τελικό της στάδιο. Κι αναρωτήθηκα: Γιατί θα πρέπει το τέλος της ζωής μου να είναι, αναγκαστικά, και το χειρότερο μέρος της; Δεν θα μπορούσε να γίνει ένα από τα πιο δημιουργικά;

Πολλοί άνθρωποι δεν προλαβαίνουν καν να στοχαστούν τον θάνατό τους. πεθαίνουν πολύ ξαφνικά, σ’ ένα τροχαίο ας πούμε, και δεν προλαβαίνουν. Ο δικός μου θάνατος, μολονότι τόσο πρόωρος, αφού ήμουν μόλις 53 όταν μού’παν οι γιατροί τα μαντάτα, δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ξαφνικός η και απροειδοποίητος. Αντίθετα, μου το’παν πολύ καθαρά οι άνθρωποι: η τελευταία μου μέρα σ’ αυτόν τον κόσμο θα συμβεί πριν φύγει το 2005.

Μου είπαν οι γιατροί ότι οι τελευταίες μου στιγμές δεν θα έχουν πόνο, και αυτό με ανακούφισε πολύ. Οι σκιές που είχαν αρχίσει αργά-αργά να σκοτεινιάζουν το μυαλό μου, θα έρχονταν πιο συχνά και με μεγαλύτερη διάρκεια, όπως ακριβώς συμβαίνει εκείνη την μαγική ώρα που με βρίσκει το απώτατο δειλινό στο γρασίδι του γκολφ, να παλεύω για μιαν ακόμη «καλή τρύπα». Το φως, μου είπαν, θα γίνει σχεδόν επίπεδο. Η προσοχή μου θα λιγοστεύει. Και στο τέλος, θα δυσκολεύομαι ακόμα και να ορίζω το κάθε τι. Σιγά-σιγά, καθώς θα σβήνει το φως, θα γλιστρήσω εγώ σε κώμα. Και έτσι, θα έλθει η νύχτα μου. Δηλαδή, ο θάνατός μου.

Το ισχυρότερο όπλο με το οποίο αντιμετώπισα το προδιαγεγραμμένο τέλος μου, ήταν το μυαλό μου, ή μάλλον ο τρόπος που έμαθα να σκέφτομαι. Τρόπος επηρεασμένος και διαμορφωμένος από τη δουλειά μου, βασικά συστατικά της οποίας ήταν η συνέπεια, η συνέχεια και η αφοσίωση. Με αυτά τα συστατικά, που μου έφεραν επιτυχία στη δουλειά που επέλεξα να κάνω, ήμουν σίγουρος ότι θα κατάφερνα να μετατρέψω τους τελευταίους μήνες της ζωής μου σε μια εμπειρία θετική.

Όσο μου επέτρεπαν οι δυνάμεις μου, έπρεπε να διεκπεραιώσω μερικές υποχρεώσεις. Μία από τις πιο σημαντικές, ήταν να αποχαιρετίσω φίλους και γνωστούς, πρόσωπα αγαπημένα. Πολύ γρήγορα ανακάλυψα ότι πολλοί από αυτούς με τους οποίους επικοινώνησα για να τους πω ότι δεν έχω πολύ να ζήσω, και ότι τους αποχαιρετώ με αγάπη, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν γιατί το έκανα. Μερικοί ενοχλήθηκαν κιόλας.

Το έκανα για τους εξής λόγους:
n Πίστευα ότι και σε μένα, αλλά και στους φίλους μου, ένας αποχαιρετισμός θα έφερνε λύπη, οπωσδήποτε, αλλά στο τέλος θα κυριαρχούσε η ικανοποίηση για την κοινή πορεία μας σε μεγάλο μέρος της ζωής μας.
n Και δεύτερον, η διαδικασία αυτή θα με κρατούσε απασχολημένο με έναν πολύ σημαντικό τρόπο, καθως θα με υποχρέωνε να σκεφτώ τους φίλους μου, να αφουγκραστώ τα συναισθήματά μου γι’ αυτούς.

Καθώς συμπλήρωνα τον κατάλογο με τα ονόματα εκείνων που ήθελα να αποχαιρετίσω, σταματούσα σε κάθε όνομα και ανάγκαζα τον εαυτό μου να θυμηθεί, με κάθε δυνατή λεπτομέρεια, όλες τις καλές στιγμές που περάσαμε μαζί. Πως γνωριστήκαμε. Πως γίναμε φίλοι. Ποιες αξίες ξεχώρισα στον κάθε έναν. Πόσα διδάχτηκα. Και πως, η κάθε φιλία με βοήθησε να γίνω καλύτερος άνθρωπος.

Κοντολογίς, η άσκηση αυτή με ανάγκασε να κάνω αυτό που οι πιο σοφοί μας συμβουλεύουν κάθε τόσο να κάνουμε – δηλαδή, να σταματάμε λιγάκι τους τρελούς ρυθμούς της ζωής μας, να σκεφτόμαστε τους ανθρώπους που αγαπάμε και που νοιαζόμαστε γι’ αυτούς, και πολύ καθαρά να τους μεταφέρουμε αυτά τα συναισθήματα, γιατί κάποτε θάρθει η στιγμή που θα θέλουμε και ίσως να μην μπορούμε. Ίσως να μην προλάβουμε καν…

Η άσκηση αυτή, με βοήθησε επίσης να θυμηθώ σχεδόν όλους τους ανθρώπους που γνώρισα στη ζωή μου, χωρίς αναγκαστικά να φιλέψω μαζί τους. Μολονότι δεν μετράει εδώ η ποσότητα, ένοιωσα μεγάλη έκπληξη που θυμήθηκα τόσους πολλούς, τους περισσότερους με αγάπη, νοσταλγία, και με θετικά συναισθήματα. Η συνειδητοποίηση ότι «τελικά, είχα μεγάλο κύκλο φίλων και γνωριμιών» με γέμισε με χαρά ανείπωτη.

Από την άλλη, μη νομίζετε ότι δεν με βασάνισε και μένα το ερώτημα: «Μήπως το παρακάνω; Μήπως, με αυτόν τον τρόπο, άθελά μου, επιβάλω την δυστυχία μου σε άλλους ανθρώπους; Μήπως ζητούσα από τον φίλο μου να κάνει κάτι που δεν ήθελε, και μάλιστα χωρίς καν να του το ζητάω; Το επέβαλα, σχεδόν! Δεν θα ήταν λογικό κάποιοι να μην θέλουν να βρεθούμε σ’ αυτήν την αποχαιρετιστήρια συνάντηση που τους ζητούσα, αισθανόμενοι, ίσως, ότι θα τους προκαλούσε περισσότερη στεναχώρια παρά ικανοποίηση;». Στο τέλος, αποδείχτηκε ότι τα πράγματα, για όλους, ήταν πιο εύκολα απ’ ότι φοβόμουν.

Όσο δυσάρεστο κι αν ήταν για μερικούς να μιλήσουν μαζί μου για τελευταία φορά στο τηλέφωνο, ή να φάμε μαζί για τελευταία φορά, η να περπατήσουμε για τελευταία φορά (που σε αρκετές περιπτώσεις ήταν και η πρώτη!) στο πάρκο η στους δρόμους της πόλης μας, διαπίστωνα στο τέλος ότι όλοι αισθάνθηκαν ευγνωμοσύνη που μας δόθηκε η ευκαιρία, να αφιερώσουμε λίγο χρόνο αποκλειστικά για μας, για να τιμήσουμε τη φιλία μας, τον μοναδικό αυτόν δεσμό που μας συνέδεε.

Είδα με πόση συγκίνηση άκουγαν από το στόμα μου πόσο ευγνώμων και τυχερός ήμουν για τη φιλία τους. Τους ευχαρίστησα όλους, που έγιναν μέρος της ζωής μου, που μοιράστηκαν μαζί μου την καλοσύνη και το ταλέντο τους.

Ασφαλώς και υπήρχαν δάκρυα στις αποχαιρετιστήριες αυτές συναντήσεις μας, είτε αυτές γίνονταν πρόσωπο με πρόσωπο, η μέσω τηλεφώνου. Λέξεις που ήθελαν να βγουν από το στόμα, αλλά δεν προλάβαιναν, γιατί γίνονταν βήχας και κλάμα μαζί.

Όμως, και σας ορκίζομαι γι’ αυτό, κυριάρχησαν τα χαμόγελα και πολλές φορές τα γέλια. Ακόμα κι όταν κάναμε chat στο κομπιούτερ, έβλεπες μέσα από τις γραμμές που ανταλλάσσαμε πότε κλαίγαμε, πότε γελούσαμε, πότε απλώναμε τα χέρια για να αγκαλιαστούμε…

Θα σας μιλήσω για τον Ντάγκ, το συγκάτοικό μου στα χρόνια τα φοιτητικά. Αυτός, έγινε δημοσιογράφος καλός. Εμένα, με απορρόφησε η λογιστική. Διαφορετικοί χαρακτήρες, αλλά κολλήσαμε. Αυτός χύμα, εγώ πιο … τακτοποιημένος. Μιλούσαμε στο τηλέφωνο περίπου μια φορά τον χρόνο. Χαθήκαμε. Σε μια πόλη αυτός, σε άλλη εγώ. Του έστειλα ένα μήνυμα με e-mail:

«Ντάγκ. Όπως θα έμαθες ίσως, η υγεία μου φαίνεται πως με πρόδωσε λιγάκι, και περνώ τώρα τις στιγμές μου παλεύοντας μ’ έναν πολύ επιθετικό καρκίνο. Σου γράφω για να σου πω ότι η φιλία μας, από τα χρόνια του Penn State, είναι πολύτιμη για μένα, και σε ευχαριστώ για κάθε όμορφη στιγμή που μου χάρισες. Σου εύχομαι καλή τύχη στη ζωή σου. Ο Θεός να σ’ έχει καλά. Γιουτζίν».

Σκόπευα, μετά από λίγες μέρες να του τηλεφωνούσα. Ήθελα να προηγηθεί αυτό το μήνυμα, γιατί ήξερα ότι μόλις σήκωνε το τηλέφωνο δεν θα’ντεχα. Θα έσπαγα. Με πρόλαβε εκείνος. Όχι, δεν είχε μάθε τα νέα μου, και σοκαρίστηκε μόλις διάβασε το e-mail. Μιλήσαμε πολλή ώρα. Κάποια στιγμή, μου Θύμισε ότι ήμουν ο πρώτος της παρέας που παντρεύτηκε. Γελάσαμε. Αλλά και ο πρώτος, συνέχισε, που έγινες πατέρας. Και τώρα, παρενέβη εγώ, είμαι πάλι ο πρώτος που μεταβαίνει στην άλλη ζωή. Πάλι γελάσαμε. «Ναι», μου απάντησε εκείνος στο τέλος, «και νασαι σίγουρος ότι όλοι μας θάρθουμε αργά ή γρήγορα να σε βρούμε».

Προς το τέλος της τηλεφωνικής μας συζήτησης, είπα στον Ντάγκ πόσο πολύ εκτιμώ όσα έκανε για μένα, όσα μου πρόσφερε στη ζωή. Μπορεί να χαθήκαμε για μεγάλα χρονικά διαστήματα, αλλά τίποτα δεν σβήνει τα ξενύχτα που διαβάζαμε μαζί, η που πίναμε μαζί, η που κυνηγούσαμε κοπέλες μαζί, ή που κρυφά ανάψαμε το τσιγάρο μας, η που παίζαμε καμιά παρτίδα πόκερ. Ούτε εκείνος έκλαψε, ούτε εγώ. Μου είπε «αντίο», και το εκτίμησα πολύ.

Την Κυριακή, νοίκιασα μια βάρκα και πήρα την μητέρα μου και τον αδελφό μου τον Ουίλλιαμ μια βόλτα στη Λίμνη Ταχόε. Ήταν και η γυναίκα μου, η Κορίνα, μαζί μας. Διάλεξα την βαρκάδα για αυτήν την αποχαιρετιστήρια συνάντηση, γιατί την έβρισκα πιο ήρεμη και πιο ευχάριστη από το να περπατούσαμε η να τρώγαμε κάπου.

Φτάσαμε σε κάποια όχθη της λίμνης, και πήρα την μάνα μου από το χέρι και περπατήσαμε λίγο. Της είπα ότι θα πέθαινα, κι ότι θα ξανασυναντιόμασταν στον Παράδεισο. Βαθιά θρησκευόμενη η μητέρα μου, δέχτηκε καλύτερα έτσι την σκληρή αλήθεια που της σερβίρισα.

Έπειτα, μιλήσαμε μόνοι, ο αδελφός μου κι εγώ. Ήταν πολύ θυμωμένος. Όχι με μένα, αλλά με τη ζωή. «Είναι άδικο – έλεγε συνεχώς – να συμβαίνει αυτό σε σένα». Του εξήγησα ότι ο θυμός του δεν θα κάνει καλό σε κανέναν, και του ζήτησα να μετατρέψει την ενέργεια που δαπανά με το να θυμώνει σε αγάπη, και να την δώσει απλόχερα στα παιδιά του και σε όλους γύρω του. Μου υποσχέθηκε πως θα το κάνει. Του είπα πως είμαι υπερήφανος γι’ αυτόν, και ότι τον αγαπώ πολύ. Επιστρέψαμε όλοι στα σπίτια μας με μια γλυκιά μελαγχολία.»


Ο Γιουτζίν Ο’Κέλι πέθανε στις 10 Σεπτεμβρίου του 2005. Όπως είχαν προβλέψει οι γιατροί. Γλίστρησε σε κώμα και έφυγε μ’ ένα χαμόγελο στο παγωμένο του πρόσωπο.


Πηγή: http://bavzer.blogspot.com

Καταγράφηκε

"Όπου υπάρχουν πολλοί αστυνομικοί, δεν υπάρχει ελευθερία. Όπου υπάρχουν πολλοί στρατιώτες, δεν υπάρχει ειρήνη.Όπου υπάρχουν πολλοί δικηγόροι, δεν υπάρχει δικαιοσύνη".
Σελίδες: [1]   Πάνω
  Εκτύπωση  
 
Μεταπήδηση σε:  

Powered by MySQL Powered by PHP Powered by SMF 1.1.12 | SMF © 2006-2009, Simple Machines LLC Έγκυρη XHTML 1.0! Έγκυρα CSS!